τρόλεϊ

Μεταφράσεις

τρόλεϊ

('trolei)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
αστικό μεταφορικό μέσο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close