τρόπος

Μεταφράσεις

τρόπος

manner, wayדרךسَبِيل, سُلُوكzpůsobmåde, vejArt, Wegcamino, maneratapafaçon, manièrenačinmaniera, strada方法방법, 방식maniermåtedroga, sposóbmaneiraпуть, способsätt, vägลักษณะท่าทาง, วิธีหรือแนวทางtavır, yolcách thức举止, 方法 ('tropos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η μέθοδος τρόπος εργασίας Δε μ' αρέσει ο τρόπος που μιλάς.
2. σχήμα, φόρμα, πλαίσια τρόπος ζωήςέκφρασης
3. το φέρσιμο καλοί κακοί τρόποι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close