τρώγομαι

Μεταφράσεις

τρώγομαι

('troɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. μαλώνω Όλο τρώγονται.
2. (για φαγητό) είμαι καλός για φάγωμα Το κρέας δεν τρώγεται.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close