τσίγκινος

(προωθήθηκε από τσίγκινη)
Μεταφράσεις

τσίγκινος

('tsinɟinos) αρσενικό

τσίγκινη

('tsinɟini) θηλυκό

τσίγκινο

('tsinɟino) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από τσίγκο τσίγκινο ποτιστήρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close