τσίμπημα

Μεταφράσεις

τσίμπημα

Stich, Stoßbite, nibble, pinprick, prick, sting, jabpiqûreوَخْزَةٌinjekcestødepinchazopistoinjekcijavaccinazione突き재빠른 일격prikstikkszczepienieinjeção, socoпрививкаsprutaการแย็บaşımũi tiêm刺戳 ('tsimbima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να τσιμπάω τσίμπημα μέλισσας
δυσάρεστο συναίσθημα
2. το σημάδι από το τσίμπημα Φαίνεται το τσίμπημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close