τσακίζω

Μεταφράσεις

τσακίζω

يَتَحَطَّمُzkolabovatgå nedeinen Unfall haben mitcrash, wreckbloquearse, fallartörmätäavoir un accidentsrušiti seimpallarsi衝突させる...을 무너뜨리다crashenkollidererozbićcrashar, falharаварийный отказkraschaไม่ทำงานçarpmakđột ngột ngưng hoạt động使撞毁 (tsa'cizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σπάω, συντρίβω τσακίζω ξύλα
2. μεταφορικά κουράζω κπ Με τσακίζει η αϋπνία.
3. διπλώνω τσακίζω ένα χαρτί τσακίζω μια σελίδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close