τσακώνω

Μεταφράσεις

τσακώνω

يَقْبِضُ عَلَىpopadnoutgribeergreifenseizeagarrartarttuasaisiruhvatitiafferrareぐいとつかむ잡다in beslag nemenbeslagleggechwycićapoderar-seсхватитьgripaฉกฉวยyakalamaknắm lấy查获 (tsa'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) οικείο
1. πιάνω, συλλαμβάνω H αστυνομία τους τσάκωσε.
2. βλέπω κπ να κάνει κτ απαγορευμένο Τους τσάκωσα μαζί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close