τσαλακωμένος

Μεταφράσεις

τσαλακωμένος

(tsalako'menos)

τσαλακωμένη

(tsalako'meni)

τσαλακωμένο

مُتَغَضِّنpomačkanýkrølletzerknittertcreasedarrugadorypistynytfroisséizgužvanspiegazzato折り目をつけた주름이 간gekreukeldpressetpofałdowanyamarrotadoмятыйskrynkligย่นkırışıkbị nhăn有折痕的 (tsalako'meno)
επίθετο
ζαρωμένος τσαλακωμένο ρούχοχαρτί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close