τσαλαπατάω

Μεταφράσεις

τσαλαπατάω

(tsalapa'tao)

τσαλαπατώ

(tsalapa'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χαλάω πατώντας κτ τσαλαπατάω λουλούδια
2. μεταφορικά εξευτελίζω τσαλαπατάω την υπερηφάνεια κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close