τσιμπάω

Μεταφράσεις

τσιμπάω

(tsi'mbao)

τσιμπώ

(tsi'mbo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τρυπάω τσιμπάω με βελόνα
2. προκαλώ πόνο σφίγγοντας το δέρμα με δυο δάχτυλα τσιμπάω το μάγουλο κάποιου
3. (για έντομο) τρυπάω το δέρμα ανθρώπου Με τσίμπησε κουνούπι.
4. (για πουλί) πιάνω με το ράμφος μου Τα περιστέρια τσιμπούν τα ψίχουλα στο πεζοδρόμιο.
5. τρώω πρόχειρα Tσίμπησα κάτι στη δουλειά. Nα τσιμπήσουμε κτ πίνοντας;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close