τσουγκρίζω

Μεταφράσεις

τσουγκρίζω

(tsu'grizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
συγκρούω Τσούγκρισα το πίσω μέρος λεωφορείου. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close