τσουλάω

Μεταφράσεις

τσουλάω

(tsu'lao)

τσουλώ

(tsu'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
σπρώχνω, σέρνω Tσούλησα τη βαλίτσα μέχρι το αυτοκίνητο.

τσουλάω

يَنْزَلِقُklouzatglidegleitenslidedeslizarseliukuaglisserklizitiscivolare滑る미끄러지다glijdensklipośliznąć sięescorregarскользитьåka rutschkanaทำให้ลื่นถลาkaymaktrượt滑动
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κυλάω Το καρότσι δεν τσουλάει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close