τσουχτερός

(προωθήθηκε από τσουχτερό)
Μεταφράσεις

τσουχτερός

(tsuxte'ros) αρσενικό

τσουχτερή

(tsuxte'ri) θηλυκό

τσουχτερό

crisp (tsuxte'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που τσούζει τσουχτερός πόνος
2. μεταφορικά πολύ ακριβός τσουχτερός λογαριασμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close