τσούρμο

Μεταφράσεις

τσούρμο

crew, broodfoule, kyrielleciurma, equipaggio ('tsurmo)
ουσιαστικό ουδέτερο
οικείο πλήθος ένα τσούρμο παιδιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close