τυφλός

(προωθήθηκε από τυφλό)
Μεταφράσεις

τυφλός

(ti'flos) αρσενικό

τυφλή

(ti'fli) θηλυκό

τυφλό

blindaveugle, aveuglesأَعْمَى, العُمْيَانnevidomý, slepýblind, blindeblind, Blinderciegosokeaslijep, slijepciciechi, cieco目の見えない눈 먼, 맹인들blind, blindenblind, blindeniewidomy, ślepycego, invisualслепойblind, blindaคนตาบอด, ตาบอดkör, körlermù, người mù盲目的עיוור (ti'flo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει χάσει την όρασή του
χωρίς να βλέπω ή να καταλαβαίνω
2. μεταφορικά απόλυτος τυφλή υπακοή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close