τυφλώνω

Μεταφράσεις

τυφλώνω

blind, dazzleaveugler (ti'flono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να μη βλέπει Το φως με τυφλώνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close