τυχαίνει

Μεταφράσεις

τυχαίνει

(ti'çeni)
ρήμα απρόσωπο (ρήμα)
όταν κτ συμβαίνει απρόβλεπτα αν τύχει και δεν έτυχε
χωρίς σύστημα Τα βιβλία μου είναι τοποθετημένα όπως τύχει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close