τυχαίος

Μεταφράσεις

τυχαίος

(ti'çeos) αρσενικό

τυχαία

(ti'çea) θηλυκό

τυχαίο

random, accidental, chance, adventitious, haphazardaccidentel, aléatoireslumpartad, oavsiktligعرضي, عَشْوَائِيّnáhodnýhændelig, tilfældigunbeabsichtigt, willkürlichaccidental, al azar, aleatoriosattumanvarainen, umpimähkäinennasumičan, slučajanaccidentale, casuale偶然の, 手当たり次第の무작위의, 우연의toevallig, willekeurigtilfeldigprzypadkowyacidental, aleatórioслучайныйเป็นเหตุบังเอิญ, โดยการสุ่มkaza sonucu, rastgelengẫu nhiên, tai nạn任意的, 偶然的, 随机隨機 (ti'çeo) ουδέτερο
επίθετο
1. συμπτωματικός τυχαίος αριθμός
2. ασήμαντος Δεν είναι ένας τυχαίος καλλιτέχνης.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close