τυχοδιώκτης

Μεταφράσεις

τυχοδιώκτης

(tixo'ðjoktis) αρσενικό

τυχοδιώκτρια

(tixo'ðjoktria) θηλυκό
ουσιαστικό
άτομο που εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για να προχωρήσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close