τωρινός

Μεταφράσεις

τωρινός

(tori'nos) αρσενικό

τωρινή

(tori'ni) θηλυκό

τωρινό

present, currentatualcorrenteaktuální현재ปัจจุบันactuelhuidigeactualтекущий (tori'no) ουδέτερο
επίθετο
σημερινός η τωρινή κατάσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close