τόκος

Μεταφράσεις

τόκος

interestintérêt, intérêtsرِبْحٌúrokrenteZinseninteréskorkokamateinteresse利息이익renterenteoprocentowaniejurosдоходräntaดอกเบี้ยfaiztiền lãi利息利息 ('tokos)
ουσιαστικό αρσενικό οικονομικά
ο τόκος που κερδίζω από κατάθεση ή ο τόκος που πληρώνω για ένα δάνειο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close