τόμος

Μεταφράσεις

τόμος

bookボリュームvolumeобемvolumeobjemvolumevolumenVolym ('tomos)
ουσιαστικό αρσενικό
ένα από τα βιβλία έκδοσης σε σειρά πρώτος τόμος εγκυκλοπαίδειας ο ετήσιος τόμος περιοδικού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close