τόξο

Μεταφράσεις

τόξο

bow, arc, archarcقَوسlukbueBogenarcojousipyssylukarcoboogbuełukarco de flechaлукbågeคันธนูyaycung, ДЪГАקשת ('tokso)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. όπλο που εκτοξεύει βέλος τραβάω το τόξο
2. κάθε καμπύλη γραμμή ουράνιο τόξο
3. σήμα κυκλοφορίας που μοιάζει με βέλος ακολουθώ το τόξο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close