τύφλωση

Μεταφράσεις

τύφλωση

blindnessaveuglementcecitàслепотаblindhedcegueirablindheidblindhetBlindheitעיוורוןслепота실명العمى ('tiflosi)
ουσιαστικό θηλυκό
το χάσιμο της όρασης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close