υδρόβιος

(προωθήθηκε από υδρόβιο)
Μεταφράσεις

υδρόβιος

(i'ðrovios) αρσενικό

υδρόβια

(i'ðrovia) θηλυκό

υδρόβιο

aquatique, aqueuxaquaticvodnívattenlevandeводниakvatiskeالمائيةน้ำ (i'ðrovio) ουδέτερο
επίθετο
που ζει στο νερό υδρόβια φυτά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close