υιοθετώ

Μεταφράσεις

υιοθετώ

adopt, fosteradopterيَتَبَنَّىadoptovatadoptereadoptierenadoptaradoptoidaposvojitiadottare養子にする입양하다adopterenadopterezaadoptowaćadotarусыновлятьadopteraรับเอามาevlat edinmeknhận làm con nuôi收养 (iioθe'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αναλαμβάνω ευθύνες γονιού απέναντι σε παιδί που δεν έχω γεννήσει Υιοθέτησαν ένα αγοράκι από τη Ρουμανία.
2. αποδέχομαι, χρησιμοποιώ υιοθετώ λύση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close