υλικό

Μεταφράσεις

υλικό

Material, Stoffmaterial, hardwarematerialomatériel, étoffe, matièreقُمَاش, مَادَّةٌlátka, materiálmateriale, stofmaterial, telakangas, materiaalimaterijalmateriale材料, 生地재료, 직물materiaalmaterial, materialemateriałmaterial, tecidoматериал, тканьmaterial, tygผ้า, วัสดุmalzemevải, vật liệu材料
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ύλη για συγκεκριμένη χρήση καύσιμο υλικό oικοδομικά υλικά
2. δεδομένα συλλογή υλικού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close