υπάγομαι

Μεταφράσεις

υπάγομαι

(i'paɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. ανήκω, είμαι μέρος κοινότητα που υπάγεται σε κπ επαρχία
2. αποτελώ μέρος των ευθυνών κάποιου Αυτή η υπόθεση υπάγεται στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close