υπάκουος

(προωθήθηκε από υπάκουο)
Μεταφράσεις

υπάκουος

(i'pakuos) αρσενικό

υπάκουη

(i'pakui) θηλυκό

υπάκουο

obedient, compliant, tractableobéissantمُطَيعٌposlušnýlydiggehorsamobedientetottelevainenposlušanubbidiente従順な순종하는gehoorzaamlydigposłusznyobedienteпослушныйlydigเชื่อฟังitaatkarngoan ngoãn服从的, 听话צייתנית聽話 (i'pakuo) ουδέτερο
επίθετο
που υπακούει
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close