υπάρχω

Μεταφράσεις

υπάρχω

existieren, bestehenexist, be, subsistexisteresistere存在, 存在するbestaanegzystować, istnieć, zaistniećexistirсуществоватьexisteraيوجدُexistovateksistereexistirolla olemassapostojati존재하다eksistereมีอยู่จริงvar olmaktồn tại存在 (i'parxo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ζω Υπάρχει και αυτή η περίπτωση. Δε το βλέπεις, κι όμως υπάρχει.
2. παρουσιάζομαι, βρίσκομαι Δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν υπάρχουν μαγαζιά εδώ γύρω.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close