υπεκφεύγω

Μεταφράσεις

υπεκφεύγω

fudge, prevaricate, put off

υπεκφεύγω

يُطْفِئ

υπεκφεύγω

odložit

υπεκφεύγω

udsætte

υπεκφεύγω

aufschieben

υπεκφεύγω

posponer

υπεκφεύγω

siirtää myöhemmäksi

υπεκφεύγω

ajourner

υπεκφεύγω

odgađati

υπεκφεύγω

rimandare

υπεκφεύγω

延期する

υπεκφεύγω

연기하다

υπεκφεύγω

uitstellen

υπεκφεύγω

utsette

υπεκφεύγω

odłożyć

υπεκφεύγω

adiar

υπεκφεύγω

откладывать

υπεκφεύγω

skjuta upp

υπεκφεύγω

เลื่อนออกไป

υπεκφεύγω

ertelemek

υπεκφεύγω

hoãn

υπεκφεύγω

推迟
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close