υπερασπίζομαι

Μεταφράσεις

υπερασπίζομαι

defend, advocate, plead, stand up fordéfendreيُدَافِعُbránitforsvareverteidigendefenderpuolustaabranitidifendere防御する방어하다verdedigenforsvareobronićdefenderзащищатьförsvaraแก้ตัวsavunmakbảo vệ保卫 (ipera'spizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. προστατεύω υπερασπίζομαι τα συμφέροντά μου
2. παίρνω το μέρος κάποιου Υπερασπίστηκε τον πελάτη του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close