υπερασπίζω

Μεταφράσεις

υπερασπίζω

defend (ipera'spizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προστατεύω, κρατάω Διέδοσε και υπεράσπισε νέες ιδέες. Υπεράσπισε τον τίτλο τού πρωταθλητή Ευρώπης.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close