υπεραστικός

Μεταφράσεις

υπεραστικός

(iperasti'kos) αρσενικό

υπεραστική

(iperasti'ci) θηλυκό

υπεραστικό

(iperasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που ξεπερνάει τα όρια πόλης ή κοινότητας η υπεραστική συγκοινωνία υπεραστικό λεωφορείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close