υπερβάλλω

Μεταφράσεις

υπερβάλλω

exaggerateيُبالِغُpřehánětoverdriveübertreibenexagerarliioitellaexagérerpretjerivatiesagerare大げさに言う과장하다overdrijvenoverdrivewyolbrzymićexagerarпреувеличиватьöverdrivaพูดเกินความจริงabartmakphóng đại夸大 (iper'valo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
λέω ή κάνω απίθανα πράγματα Υπερβάλλεις, δε σε πιστεύω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close