υπερηφάνεια

Μεταφράσεις

(υ) περηφάνεια

( iperi'fania)
ουσιαστικό θηλυκό
1. αίσθημα αξιοπρέπειας, αυτοεκτίμησης Αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με υπερηφάνεια.
2. αίσθημα ικανοποίησης για κτ που μου συμβαίνει αισθάνομαι περηφάνια για κπ μιλάω με περηφάνια για κτγια κπ
3. η υπεροψία υπερηφάνεια χωρίς όρια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close