υπεροπτικός

(προωθήθηκε από υπεροπτικό)
Μεταφράσεις

υπεροπτικός

(iperopti'kos) αρσενικό

υπεροπτική

(iperopti'ci) θηλυκό

υπεροπτικό

haughty, arrogantمُتَعَجْرِفarogantníarrogantarrogantarroganteylimielinenarrogantarogantanarrogante横柄な거만한arrogantarrogantaroganckiarroganteзаносчивыйarrogantหยิ่งยโสkendini beğenmişkiêu ngạo傲慢的 (iperopti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αγέρωχος, περήφανος με υπεροπτικό ύφος Eίναι απόμακρη και υπεροπτική.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close