υπερτίμηση

Μεταφράσεις

υπερτίμηση

(iper'timisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η υπερβολικά θετική αξιολόγηση η υπερτίμηση των ικανοτήτων μου
2. οικονομικά η απότομη αύξηση των τιμών η υπερτίμηση του ευρώ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close