υπερτιμώ

Μεταφράσεις

υπερτιμώ

overrate, overestimate (iperti'mo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αποδίδω μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι θα έπρεπε υπερτιμώ τον εαυτό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close