υποβάλλω

Μεταφράσεις

υποβάλλω

file, submit (ipo'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καταθέτω υποβάλλω μήνυση υποβάλλω έγγραφα
2. θέτω, κάνω υποβάλλω ερωτήσεις
3. εξαναγκάζω υποβάλλω κπ σε δοκιμασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close