υποκείμενο

Μεταφράσεις

υποκείμενο

subject, thingsujet (ipo'cimeno)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. άτομο περίεργο υποκείμενο
2. γραμματική η συντακτική λειτουργία της λέξης που εκφράζει το δράστη σε μια πρόταση το υποκείμενο πρότασης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close