υποκειμενικός

(προωθήθηκε από υποκειμενικό)
Μεταφράσεις

υποκειμενικός

(ipocimeni'kos) αρσενικό

υποκειμενική

(ipocimeni'ci) θηλυκό

υποκειμενικό

subjectifsubjectivesubjektivnísubjetivosubjectievesubjektivaอัตนัย主观主觀subjektive (ipocimeni'co) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι αντικειμενικός υποκειμενική άποψη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close