υποκύπτω

Μεταφράσεις

υποκύπτω

succumb, yieldsuccomber (ipo'cipto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. υποχωρώ υποκύπτω σε εκβιασμό
2. πεθαίνω Ο ασθενής υπέκυψε μετά από έμφραγμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close