υπολογίζω

Μεταφράσεις

υπολογίζω

calculate, reckon, estimate, compute, extract, determine, gaugecalculer, estimerيَعُدُّ, يُقَيِّمُodhadnout, vypočítatberegne, skønneberechnen, schätzencalculararvioida, laskeaprocijeniti, računaticalcolare, stimare見積もる, 計算する계산하다, 추정하다berekenen, schattenanslå, beregneobliczyć, oszacowaćcalcular, estimarвычислять, оцениватьberäkna, uppskattaคำนวณ, ประมาณhesaplamak, tahminde bulunmaktính toán, ước tính估计, 计算 (ipolo'ʝizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μετράω υπολογίζω το μήκος
2. εκτιμώ Υπολογίζω ότι αύριο θα έχω τελειώσει.
3. ενδιαφέρομαι, λογαριάζω Δε με υπολογίζεις καθόλου.
4. συμπεριλαμβάνω Μη με υπολογίζεις στους καλεσμένους σου.
5. βασίζομαι Υπολογίζω στη βοήθειά σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close