υποπτεύομαι

Μεταφράσεις

υποπτεύομαι

suspectيَشْتَبِهُ بِdomnívat sehave mistanke omverdächtigensospecharepäilläsoupçonnersumnjatisospettare疑いをかける의심하다vermoedenmistenkepodejrzewaćsuspeitar, suspeitoподозреватьmisstänkaสงสัยkuşkulanmaknghi ngờ怀疑 (ipo'ptevome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
υποψιάζομαι Η αστυνομία με υποπτεύεται.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close