υποφέρω

Μεταφράσεις

υποφέρω

(ipo'fero)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ανέχομαι Δεν μπορώ να τον υποφέρω.

υποφέρω

suffer, bearsouffrir, supporterيُعانِيtrpětlideleidensufrirkärsiäpatitisoffrire被る괴로워하다lijdenlideznieśćsofrerстрадатьlida avทนทุกข์ทรมานacı çekmekchịu đựng遭受
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πάσχω υποφέρω από ρευματικά
2. πονάω Κάντε κάτι να μην υποφέρει.
3. περνάω πολύ άσχημα Υπέφερα στις διακοπές.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close