υποφερτός

(προωθήθηκε από υποφερτή)
Μεταφράσεις

υποφερτός

(ipofer'tos) αρσενικό

υποφερτή

(ipofer'ti) θηλυκό

υποφερτό

tolerable (ipofer'to) ουδέτερο
επίθετο
που μπορεί κν να τον ανεχτεί Η ζέστη είναι υποφερτή σήμερα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close