υποχρέωση

Μεταφράσεις

υποχρέωση

obligation, engagementاِرْتِبَاطschůzkaaftaleVerabredungcompromiso, obligacióntapaaminenrendez-vousdogovorappuntamento約束약속afspraakavtalezobowiązaniecompromisso, obrigaçãoвстречаarrangemangการหมั้นrandevucuộc hẹn约会, 义务義務 (ipo'xreosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το καθήκον, το χρέος έχω την υποχρέωση να
2. οφειλή έχω υποχρέωση απέναντι σε κπ
3. δέσμευση Έχω πολλές επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close