υποχρεωμένος

(προωθήθηκε από υποχρεωμένη)
Μεταφράσεις

υποχρεωμένος

(ipoxreo'menos) αρσενικό

υποχρεωμένη

(ipoxreo'meni) θηλυκό

υποχρεωμένο

(ipoxreo'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. αναγκασμένος Είμαι υποχρεωμένος να πληρώσω.
2. ευγνώμων νιώθω βαθιά υποχρεωμένος σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close