υποχρεωτικός

(προωθήθηκε από υποχρεωτικό)
Μεταφράσεις

υποχρεωτικός

(ipoxreoti'kos) αρσενικό

υποχρεωτική

(ipoxreoti'ci) θηλυκό

υποχρεωτικό

compulsory, obligatoryإِلْزامِيّpovinnýtvungenobligatorischobligatoriopakollinenobligatoireobvezanobbligatorio強制的な강제적인verplichtobligatoriskprzymusowyobrigatórioобязательныйtvingandeที่บังคับzorunlubắt buộc必须做的 (ipoxreoti'ko) ουδέτερο
επίθετο
αναγκαστικός υποχρεωτική προσγείωση υποχρεωτική παιδεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close